Now Reading
Βέρα Αθανασίου: Η Τέχνη της Εσωτερικής Διαύγειας

Βέρα Αθανασίου: Η Τέχνη της Εσωτερικής Διαύγειας

Η Βέρα Αθανασίου ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία επαγγελματιών της ψυχικής υγείας που δεν περιορίζονται στη διάγνωση ή στη θεωρία, αλλά επιμένουν να παρατηρούν τον άνθρωπο μέσα στο κοινωνικό και υπαρξιακό του πλαίσιο. Ψυχολόγος MSc και ψυχοθεραπεύτρια, με ακαδημαϊκή πορεία που περιλαμβάνει σπουδές στην Ελλάδα και το εξωτερικό, καθώς και συνεχή ερευνητική δραστηριότητα, προσεγγίζει την ψυχολογία όχι ως εργαλείο εύκολης ανακούφισης, αλλά ως διαδικασία κατανόησης, ευθύνης και εσωτερικής ωρίμανσης.

Ο δημόσιος λόγος της διακρίνεται από μετρημένο τόνο, σαφήνεια και μια συνειδητή αποστασιοποίηση από τον θόρυβο της επιφανειακής αυτοβελτίωσης. Μιλά για τις σχέσεις, τη γονεϊκότητα, τα όρια, την εσωτερική σύγκρουση και την ψυχική ανθεκτικότητα χωρίς εξωραϊσμούς, αναγνωρίζοντας την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης εμπειρίας και αποφεύγοντας τις απλουστεύσεις.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί, δεν αναζητούμε γρήγορες απαντήσεις ή καθησυχαστικές βεβαιότητες. Συνομιλούμε με τη Βέρα Αθανασίου για το πώς διαμορφώνεται σήμερα η ψυχική ταυτότητα του ανθρώπου, για τις σιωπές που κουβαλάμε και για το τι σημαίνει, τελικά, να στεκόμαστε απέναντι στον εαυτό μας με ειλικρίνεια.


  • Στη δημόσια συζήτηση γύρω από την ψυχική υγεία, παρατηρούμε συχνά μια τάση απλοποίησης. Ποιο θεωρείτε ότι είναι το μεγαλύτερο ρίσκο αυτής της «εύκολης ψυχολογίας»;

Κοιτάξτε, μια παγίδα είναι ότι υπάρχει μια υπεραπλούστευση στα πράγματα, με την έννοια ότι προσπαθούμε, μάλλον, να ακούμε πάρα πολλές συμβουλές για το τι να κάνει ο καθένας, ώστε να βοηθήσει τη ζωή του να γίνει καλύτερη. Και η αλήθεια είναι ότι τη λογική πληροφορία στα περισσότερα πράγματα τη γνωρίζουμε οι περισσότεροι. Δηλαδή, γνωρίζουμε ότι όταν κάποιος βρίσκεται σε μια κακοποιητική σχέση, θα πρέπει να φύγει. Το ερώτημα είναι πώς θα γίνει αυτό.

Οπότε, μέσα από τις συμβουλές δεν μπορεί ιδιαίτερα να βοηθηθεί κάποιος. Γιατί μπορεί να ξέρει, αλλά να μην μπορεί να το κάνει. Και εκεί μπορεί να έχουμε μια αίσθηση απογοήτευσης, ματαιότητας, ανεπάρκειας – ότι «μα καλά, γιατί δεν μπορώ να τα καταφέρω; Αυτή είναι η λύση και δεν μπορώ να την κάνω πραγματικότητα;».

Πολλοί άνθρωποι νιώθουν κάπως εγκλωβισμένοι γύρω από αυτή την καθοδήγηση, ότι «πρέπει να κάνω κάτι συγκεκριμένο». Και κάποιες άλλες φορές ίσως υποτιμάμε και τη σοβαρότητα κάποιων δυσκολιών. Για παράδειγμα, κάποιος που βρίσκεται σε κατάθλιψη – μιλάμε για μια συνθήκη που έχει πολύ μεγαλύτερη σοβαρότητα από μια περιστασιακή θλίψη απέναντι σε ένα όχι ιδιαίτερα σημαντικό συμβάν.

Καταλαβαίνουμε δηλαδή ότι υπάρχει διαφοροποίηση και δεν μπορούμε να λειτουργούμε με γενικεύσεις. Η κοινωνία μας σήμερα απαιτεί διαρκή απόδοση: να τα πάμε όλα καλά παντού, να είμαστε διαθέσιμοι συναισθηματικά και ταυτόχρονα να έχουμε και κάποιον αυτοέλεγχο.

  • Πώς διαμορφώνεται σήμερα η ψυχική ταυτότητα ενός ενήλικα μέσα σε μια κοινωνία που απαιτεί διαρκή απόδοση, συναισθηματική διαθεσιμότητα και ταυτόχρονα αυτοέλεγχο;

Τώρα μου ήρθε στο μυαλό μια φράση που είχα ακούσει από ένα παιδάκι, που έλεγε «αφού δεν υπάρχει ο τέλειος, γιατί υπάρχει η λέξη τέλειος;». Και νομίζω ότι μπαίνουμε λίγο σε αυτόν τον φαύλο κύκλο.

Δηλαδή, η σημερινή εποχή όντως αναζητά την τελειότητα, κάτι που είναι ουτοπικό, και ζητάει μια συνεχή εικόνα: να δείχνεις ότι είσαι παραγωγικός, αποδοτικός, επιτυχημένος. Ταυτόχρονα να έχεις ενσυναίσθηση, να μην λυγίζεις, να μην είσαι ευάλωτος, να μην χάνεις τον έλεγχο. Δεν γίνεται να είμαστε έτσι.

Και προφανώς επιτρέπεται σε όλους μας να λυγίζουμε, να είμαστε ευάλωτοι, να αποτυγχάνουμε. Και έχει πολύ μεγάλη σημασία να μπορέσουμε να επιτρέψουμε στα ευάλωτα κομμάτια μας να εκφράζονται, να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να μην τα καταφέρνει πάντα.

Υπάρχει αυτή η συνεχής ανάγκη να δείχνουμε κάτι, στην οποία συμβάλλουν πολύ και τα μέσα, γιατί υπάρχει συνεχής έκθεση στην εικόνα. Μας κάνουν να ταυτίζουμε το «αξίζω» με το πώς δείχνω, με το τι φαίνεται. Αλλά πολλές φορές αυτό που φαίνεται δεν είναι και αυτό που είναι.

Έχει λοιπόν πολύ μεγάλη σημασία να δούμε την εικόνα μας ως ολόκληρη και όχι ως θραύσματα. Το «ολόκληρο» σημαίνει ότι μπορώ να έχω ωραίες συμπεριφορές, αλλά μπορεί να έχω και ευάλωτες. Τα συναισθήματά μου μπορεί να είναι χαρά, μπορεί να είναι λύπη, μπορεί να είναι ευτυχία, μπορεί να είναι ευγνωμοσύνη – μπορεί να είναι όλα. Δεν μπορούμε να ελέγξουμε το συναίσθημά μας. Αυτό που μπορούμε να ελέγξουμε είναι το πώς το εκφράζουμε.

  • Σε ποιο βαθμό οι σύγχρονες σχέσεις επηρεάζονται από τον φόβο της δέσμευσης και πότε αυτός ο φόβος συγχέεται με την ανάγκη για αυτονομία;

Πάλι μου ήρθε μια φράση ενός εφήβου που είχα στο γραφείο, που μου είπε: «Έχω τόση ενσυναίσθηση που μερικές φορές δυσκολεύομαι να ξεχωρίσω τι είναι δικό μου και τι είναι του άλλου». Σαν να συγχωνεύονται.

Μου φάνηκε πολύ ώριμο αυτό για έναν έφηβο, αλλά πέρα από αυτό, νομίζω ότι κάπου εκεί το χάνουμε. Δηλαδή στον φόβο ότι θα συγχωνευτούμε, ότι θα δοθώ σε κάποιον άλλον, θα δώσω το συναίσθημά μου, θα ανταλλάξουμε συναισθήματα, θα έρθουμε κοντά – και φοβόμαστε ότι ο άλλος θα μας «καταβροχθίσει».

Αν, για παράδειγμα, έχω μεγαλώσει σε μια οικογένεια όπου η επιθυμία μου δεν παίζει ρόλο, αλλά παίζει ρόλο η επιθυμία της μαμάς και του μπαμπά, όπου προβάλλονται οι προσδοκίες των γονιών – να είσαι καλός μαθητής, να είσαι καλό παιδί, να γίνεις αυτό που θέλουν – τότε μαθαίνω να ζω μέσα από τον άλλον.

Αυτό γίνεται απειλητικό για την ταυτότητα. Οπότε κάποιος μπορεί είτε να βάλει τεράστια απόσταση από τον άλλον, είτε να συγχωνεύεται μαζί του.

Έχει μεγάλη σημασία να καταλάβουμε ότι το όριο αφορά εμένα. Δεν μπορώ να ελέγξω τον άλλον, μπορώ να ελέγξω εμένα. Το να βάζω όρια σημαίνει ότι μου επιτρέπω να είμαι αυτόνομος, αυθύπαρκτος, για να μπορώ να δω και εσένα έτσι.

Η πιο υγιής εκδοχή σχέσης είναι να πηγαίνουμε μαζί, κοντά, αλλά χωρίς να χανόμαστε. Αν πάω προς τα άκρα – είτε απομακρύνομαι επειδή φοβάμαι είτε συγχωνεύομαι γιατί εξαρτώμαι – τότε θα δυσκολευτώ.

  • Η έννοια των ορίων έχει αναχθεί σχεδόν σε σύνθημα. Πότε τα όρια λειτουργούν προστατευτικά και πότε μετατρέπονται σε μηχανισμό αποφυγής;

Το όριο είναι υγιές όταν με βοηθάει να συνδεθώ, όχι να αποσυνδεθώ. Με βοηθά να διατηρήσω την ταυτότητά μου, να μπορώ να αγαπήσω εμένα και ταυτόχρονα να μπορώ να δω ποιος είσαι εσύ.

Να είμαστε δύο αυτόνομες, αυθύπαρκτες προσωπικότητες που σχετίζονται, που σέβεται ο ένας τον άλλον, που ακουμπιόμαστε αλλά δεν «μπαίνει» ο ένας μέσα στον άλλον.

Το όριο μου επιτρέπει να ρυθμίσω και να καλλιεργήσω τις σχέσεις μου με τους σημαντικούς άλλους της ζωής μου. Δεν με αποκόπτει από αυτές.

  • Υπάρχει σήμερα χώρος για σιωπή, εσωτερικότητα και ψυχική επεξεργασία ή η συνεχής εξωτερίκευση συναισθημάτων λειτουργεί τελικά εις βάρος της ουσίας;

Η σιωπή δεν ταυτίζεται με την έλλειψη επικοινωνίας. Μπορεί να σημαίνει ότι παίρνω τον χώρο και τον χρόνο μου για να αφουγκραστώ αυτό που εισπράττω από εσένα και να σου το επιστρέψω όπως το κατάλαβα, ώστε να υπάρξει ένας υγιής διάλογος.

Όμως δυστυχώς δεν μπορούμε εύκολα να το επιτρέψουμε σήμερα. Έχουμε μάθει περισσότερο να μιλάμε παρά να ακούμε. Να είμαστε φωναχτοί παρά σιωπηλοί.

Και όμως, μία από τις μεγαλύτερες δεξιότητες είναι η ενεργητική ακρόαση. Η σιωπή μπορεί να είναι ένας πολύ εποικοδομητικός χώρος.

Πολλές φορές, τα πολλά λόγια και η ένταση κρύβουν μεγαλύτερη σιωπή από την ίδια τη σιωπή. Και εκεί βλέπουμε ανθρώπους που φωνάζουν, δείχνουν, αλλά τελικά είναι πολύ μόνοι.

  • Πότε η αντοχή στους άνδρες γίνεται βάρος;

Η αλήθεια είναι ότι από καταβολής κόσμου έχουμε τον άντρα στο μυαλό μας ως μια δυνατή κατασκευή. Μια αναπαράσταση που πράγματι περιλαμβάνει μεγάλη ανθεκτικότητα. Έχει όμως πολύ μεγάλη σημασία αυτή την ανθεκτικότητα να μην την ταυτίζουμε με την έλλειψη συναισθήματος, με την απουσία έκφρασης συναισθήματος.

See Also
Deneuve

Πολλοί άνθρωποι νομίζουν ότι, για να δείχνουν δυνατοί, θα πρέπει να μη δείχνουν συναισθηματικά φορτισμένοι ή συγκινημένοι, είτε από χαρά είτε από λύπη. Και αυτό είναι μια πολύ μεγάλη απαίτηση από την ίδια την κοινωνία. Γιατί ξέρετε, υπάρχει ακόμα αυτή η αντίληψη: «οι άντρες δεν κλαίνε».

Από την άλλη, εμείς ως γυναίκες έχουμε χρειαστεί να πολεμήσουμε πολύ για τα δικαιώματά μας, και μέσα σε αυτό έχει επιτραπεί περισσότερο να είμαστε συναισθηματικές, να εκφράζουμε το συναίσθημά μας, και μέσα από αυτό να δείχνουμε και την ανθεκτικότητά μας.

Κάπως έτσι, νομίζω ότι έχει πολύ μεγάλη σημασία να δούμε πλέον διαφορετικά και τον άντρα. Και αυτό εγώ προσωπικά το παρατηρώ και μέσα από τους ανθρώπους που βλέπω στο γραφείο, αλλά και γενικότερα στην κοινωνική σφαίρα: βλέπω όλο και περισσότερους άντρες να μπαίνουν πολύ ενεργά στον ρόλο του πατέρα, να παίζουν με τα παιδιά τους, να είναι συναισθηματικά διαθέσιμοι. Και αυτό είναι μια πολύ σημαντική δεξιότητα, που ίσως είναι και η κορωνίδα των δεξιοτήτων που χρειάζεται κανείς για να μπορέσει να έρθει πραγματικά κοντά στον εαυτό του.

  • Παρατηρείτε διαφορές στον τρόπο που άνδρες και γυναίκες διαχειρίζονται το ψυχικό φορτίο της καθημερινότητας ή θεωρείτε ότι οι διαφορές αυτές είναι κυρίως κοινωνικά κατασκευασμένες;

Υπάρχει μία μερίδα που πιστεύει σε αυτές τις κοινωνικές κατασκευές, όπως είπαμε πριν, ότι «οι άντρες δεν κλαίνε» και λοιπά. Παρόλα αυτά, μπορούμε να πούμε ότι βλέπουμε πως οι γυναίκες υπεραναλύουμε λίγο παραπάνω τα πράγματα, συνήθως δίνουμε περισσότερη βάση στο συναίσθημά μας, και μάλιστα τα στατιστικά δείχνουν ότι και σε ψυχοθεραπεία καταφθάνουν πιο συχνά και πολύ περισσότερο οι γυναίκες σε σχέση με τους άντρες.

Οι άντρες φαίνεται να είναι πιο «απλές» κατασκευές, με την έννοια –όχι απαραίτητα αρνητική– ότι τα πράγματα είναι ένα και ένα κάνουν δύο, κάπως έτσι. Εκεί νομίζω ότι, αν τους επιτρέψουμε λίγο παραπάνω την έκφραση, και αν εμείς ως γυναίκες μπορούμε να το αντέξουμε αυτό, αλλά και αν τολμάτε κι εσείς περισσότερο να εκφράζεστε, τότε μπορούμε να βρούμε μια χρυσή τομή.

Έτσι, θα μπορέσετε να αναπτύξετε περισσότερο τη «θηλυκή» σας πλευρά και εμείς την «αρσενική» μας, και νομίζω ότι αυτό βοηθάει πολύ στις σχέσεις των ανθρώπων, ώστε ο ένας να μπορεί να καταλαβαίνει τον άλλον.

  • Αν η ψυχοθεραπεία δεν είναι ένας χώρος άμεσης ανακούφισης, τότε ποιος είναι, κατά τη γνώμη σας, ο ουσιαστικός της ρόλος στη ζωή ενός ανθρώπου;

Να σε βοηθήσει να καταλάβεις και να αγαπήσεις τον εαυτό σου και τις ανάγκες σου. Συχνά ρωτάμε «τι αισθάνεσαι τώρα;», «τι ανάγκη έχεις;», «τι θέλεις;», «τι χρειάζεσαι;» και πολλές φορές εισπράττουμε την απάντηση «δεν ξέρω τι εννοείς».

Δεν έχουμε μάθει να αναγνωρίζουμε το συναίσθημά μας – τι αισθάνομαι στο εδώ και τώρα. Δεν έχουμε μάθει να αναγνωρίζουμε ποια είναι η δική μας επιθυμία και ποια είναι του άλλου.

Θυμάμαι, για παράδειγμα, μια περίπτωση όπου ρωτήσαμε έναν θεραπευόμενο: «Η επιλογή του επαγγέλματός σου είναι δική σου;» και μου λέει «τώρα που το σκέφτομαι, πάντα ήξερα, από τότε που ήμουν μικρός, ότι θα γίνω γιατρός, αλλά έφτασα σε ένα σημείο να θέλω να γίνω γιατρός και τελικά δεν ξέρω αν αυτό είναι κάτι δικό μου».

Οπότε έχει πολύ μεγάλη σημασία –και αυτό προσπαθούμε μέσα από την ψυχοθεραπεία– να αναγνωρίσουμε τις ανάγκες μας, τις επιθυμίες μας, να σταματήσουμε τις προβολές, δηλαδή ότι «για όλα φταίνε οι άλλοι», να αναλάβουμε την ευθύνη μας για αυτό που μας συμβαίνει, ώστε να μπορέσουμε να βρούμε πού είναι το πρόβλημα για να το λύσουμε.

Γιατί πολλές φορές τα βλέπουμε γενικά και λέμε «φταίει η κοινωνία», που όντως έχει συμβάλει, αλλά το θέμα είναι: τι κάνω εγώ μέσα σε αυτή την κοινωνία; Τι κάνω εγώ ως ενήλικας, που μεγάλωσα από δύο γονείς –είτε παρόντες είτε απόντες– αλλά πλέον είμαι ενήλικας και είμαι εγώ ο γονέας του εαυτού μου.

© 2026 Menstatus. All Rights Reserved. | Terms Of Use

Scroll To Top
error: Content is protected !!
Menstatus
Privacy Overview

This website uses cookies so that we can provide you with the best user experience possible. Cookie information is stored in your browser and performs functions such as recognising you when you return to our website and helping our team to understand which sections of the website you find most interesting and useful.