Η ανάγκη να είμαστε συνεχώς απασχολημένοι: εξέλιξη ή τρόπος φυγής;
Ψυχολόγος Ψυχοθεραπεύτρια Γνωσιακής Συμπεριφορικής(CBT) MSc Ψυχική Υγεία Εφήβων
Στη σύγχρονη καθημερινότητα η συνεχής απασχόληση συχνά θεωρείται ένδειξη συνέπειας, φιλοδοξίας και επιτυχίας. Το να είναι κανείς διαρκώς ενεργός και παραγωγικός μοιάζει σχεδόν απαραίτητο χαρακτηριστικό ενός ανθρώπου που προχωρά μπροστά. Όμως δεν είναι πάντα έτσι. Υπάρχουν φορές που η συνεχής δραστηριότητα δεν λειτουργεί ως εξέλιξη αλλά ως τρόπος αποφυγής.
Η ψυχολογία περιγράφει την υπερβολική απασχόληση, σε αρκετές περιπτώσεις, ως μια μορφή αποφυγικής στρατηγικής αντιμετώπισης (avoidance coping). Πρόκειται για μια προσπάθεια να παραμένουμε συνεχώς σε κίνηση ώστε να μην έρθουμε σε επαφή με δύσκολες σκέψεις ή συναισθήματα. Έρευνες δείχνουν ότι η εργασιομανία συνδέεται συχνά με την ανάγκη αποφυγής εσωτερικής έντασης, άγχους ή συναισθηματικής δυσφορίας και λειτουργεί ως τρόπος ρύθμισης αυτών των εμπειριών (Shimazu, Schaufeli & Taris, 2010).
Σε μια κοινωνία που επιβραβεύει τη διαρκή παραγωγικότητα, είναι εύκολο να μην αναγνωρίσουμε πότε η απασχόληση μετατρέπεται από επιλογή σε ανάγκη. Όταν γεμίζουμε κάθε στιγμή της ημέρας με δραστηριότητες, όταν δυσκολευόμαστε να σταματήσουμε ή να ξεκουραστούμε χωρίς ενοχή, όταν η σιωπή και η παύση προκαλούν ένταση αντί για ηρεμία, τότε η δραστηριότητα μπορεί να λειτουργεί περισσότερο ως άμυνα παρά ως δημιουργία.
Όταν η απασχόληση προσφέρει νόημα, δημιουργικότητα και αίσθηση εξέλιξης, λειτουργεί υποστηρικτικά για την ψυχική ισορροπία
Η έντονη επένδυση στην εργασία δεν είναι από μόνη της προβληματική. Η έρευνα δείχνει ότι υπάρχει σημαντική διαφορά ανάμεσα στην υγιή εμπλοκή με την εργασία (work engagement) και στην εργασιομανία. Στην πρώτη περίπτωση η δραστηριότητα συνδέεται με ενδιαφέρον, νόημα και ευελιξία. Στη δεύτερη συνοδεύεται συχνότερα από εσωτερική πίεση και δυσκολία αποστασιοποίησης.
Συχνά πίσω από αυτή τη συνεχή κίνηση κρύβεται μια προσπάθεια αποφυγής συναισθημάτων όπως η αβεβαιότητα, η μοναξιά, ο φόβος αποτυχίας ή ακόμη και η δυσκολία επαφής με προσωπικές ανάγκες που δεν έχουν εκφραστεί.
Η συνεχής απασχόληση μπορεί επίσης να λειτουργεί ως τρόπος απομάκρυνσης από σκέψεις που προκαλούν δυσφορία. Όταν η καθημερινότητα γεμίζει πλήρως, δεν μένει χώρος για επεξεργασία εμπειριών ή συναισθημάτων. Με αυτόν τον τρόπο η δραστηριότητα αποκτά έναν προστατευτικό ρόλο βραχυπρόθεσμα, χωρίς όμως απαραίτητα να είναι βοηθητική σε βάθος χρόνου.
Σε ορισμένες περιπτώσεις η ανάγκη συνεχούς δραστηριότητας συνδέεται και με τελειοθηρικά μοτίβα σκέψης, όπου η αξία του εαυτού ταυτίζεται με την απόδοση και την παραγωγικότητα. Όταν η αυτοεκτίμηση εξαρτάται υπερβολικά από το πόσο «χρήσιμοι» ή «αποτελεσματικοί» νιώθουμε, η παύση μπορεί να βιώνεται ως απειλή αντί ως ανάγκη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η έντονη δραστηριότητα είναι από μόνη της προβληματική. Η διαφορά βρίσκεται κυρίως στο κίνητρο. Όταν η απασχόληση προσφέρει νόημα, δημιουργικότητα και αίσθηση εξέλιξης, λειτουργεί υποστηρικτικά για την ψυχική ισορροπία. Όταν όμως χρησιμοποιείται για να αποφευχθεί η επαφή με τον εαυτό, τότε σταδιακά μπορεί να μετατραπεί σε έναν τρόπο φυγής.
Η δυνατότητα να σταματάμε, να ξεκουραζόμαστε και να παραμένουμε για λίγο χωρίς πρόγραμμα δεν αποτελεί ένδειξη αδράνειας αλλά στοιχείο ψυχικής ανθεκτικότητας. Η παύση δημιουργεί χώρο για επεξεργασία εμπειριών, για συναισθηματική ρύθμιση και για επανασύνδεση με προσωπικές ανάγκες.
Ίσως λοιπόν το σημαντικό ερώτημα να μην είναι πόσο απασχολημένοι είμαστε, αλλά τι είναι αυτό που προσπαθούμε να αποφύγουμε όταν δεν αφήνουμε χώρο για παύση.
